κακτάμεναι Save LSJ Bailly 2024 Pape κακτάμεναι, κάκτανε, κάκτεινε, v. κατακτείνω. κακτάμεναι, κάκτανε, v. κατακτείνω. κακτάμεναι, inf. aor.2 von κατακτείνω, Hes. Sc. 453. Eben so κάκτανε u. κάκτεινε, aor.2 u. aor. I.