Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καλάμημα
καλάμημα, gleanings
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καλαθοποιός
κάλαθος
καλάθωσις
Κάλαιθις
Καλαϊκοί
καλάϊνος
κάλαϊς
Κάλαϊς
Κάλαις
καλακάνθη
κάλαμα
καλαμάγρωστις
καλαμαδίας
Καλάμαι
καλαμαία
καλαμαῖος
Καλαμαιών
καλαμανθήλη
καλαμάομαι
καλαμάριον
καλαμαύλης
καλαμαυλητής
καλάμαυλος
καλαμεία
καλαμειφυή
καλαμεύς
καλαμευτής
καλαμεών
καλάμη
καλαμηδόν
καλάμημα
καλαμητομία
καλαμητόμος
καλαμήτρια
καλαμητρίς
καλαμηφάγος
καλαμηφορέω
καλαμηφόρος
καλαμία
καλαμίζω
καλαμικός
καλαμίνδαρ
καλαμίνθη
καλαμινθίνη
Καλαμίνθιος
καλαμινθίτης
καλαμινθίτης οἶνος
καλάμινθος
καλαμινθώδης
καλάμινος
καλάμιον
καλαμίς
Κάλαμις
καλαμίσκος
καλάμιστρος
καλαμίτης
Καλαμίτης
καλαμῖτις
καλαμοβόας
καλαμογλυφέω
καλαμογλύφος
…
καλάμημα
Save
καλάμημα, gleanings
LSJ
κᾰλᾰμ-ημα, ατος, τό,
gleanings,
Thd.
Ob.
5.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}