καλαμίνθη
καλαμίνθη, catmint, mint
κᾰλᾰμίνθη (so Hsch., but -μίνθα Philum. Ven. 7.9, 14.6, Phot.), ἡ,
- = καλάμινθος, Ar. Ec. 648 (gen. sg.), Thphr. CP 2.16.4 (pl.).
καλαμίνθη, ης (ἡ) [ᾰᾰ] c. καλάμινθος, Ar. Eccl. 648 ; Th. C.P. 2, 16, 4, etc.
καλαμίνθη, ἡ, = καλάμινθος ; Ar. Eccl. 648 ; Arist. plant. 1.7.