Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καλαμινθίνη
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Καλάμαι
καλαμαία
καλαμαῖος
Καλαμαιών
καλαμανθήλη
καλαμάομαι
καλαμάριον
καλαμαύλης
καλαμαυλητής
καλάμαυλος
καλαμεία
καλαμειφυή
καλαμεύς
καλαμευτής
καλαμεών
καλάμη
καλαμηδόν
καλάμημα
καλαμητομία
καλαμητόμος
καλαμήτρια
καλαμητρίς
καλαμηφάγος
καλαμηφορέω
καλαμηφόρος
καλαμία
καλαμίζω
καλαμικός
καλαμίνδαρ
καλαμίνθη
καλαμινθίνη
Καλαμίνθιος
καλαμινθίτης
καλαμινθίτης οἶνος
καλάμινθος
καλαμινθώδης
καλάμινος
καλάμιον
καλαμίς
Κάλαμις
καλαμίσκος
καλάμιστρος
καλαμίτης
Καλαμίτης
καλαμῖτις
καλαμοβόας
καλαμογλυφέω
καλαμογλύφος
καλαμογραφία
καλαμογραφίη
Καλαμόδρυς
καλαμοδύτης
καλαμοειδής
καλαμόεις
καλαμοθήκη
καλαμοθήρας
Κάλαμοι
καλαμοκεντρῖτις
καλαμοκόπιον
καλαμοκόπος
καλαμόκρινον
…
καλαμινθίνη
Save
LSJ
κᾰλᾰμινθίνη, ἡ, = foreg.,
Zopyr.
ap.
Orib.
14.62.1 codd.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}