καλλιέθειρος
καλλιέθειρος, with beautiful hair
καλλῐ-έθειρος, ὁ, ἡ,
- with beautiful hair, Orph. H. 50.7: pecul. fem. καλλιέθειρα Nonn. D. 27.248.
καλλι·έθειρος, ος, ον, à la belle chevelure, Orph. H. 49, 7.
Étym. κ. ἔθειρα.
καλλιέθειρος, schönhaarig, Orph. H. 49.7 ; fem. καλλιέθειρα, Nonn. Io. 11.4.