Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Καλλώ
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καλλίφωνος
καλλίφως
καλλίχειρ
καλλιχέλωνος
κάλλιχθυς
καλλίχθυς
καλλίχοιρος
Καλλιχόρη
Καλλίχορον
καλλίχορος
Καλλίχορος
καλλίχροος
καλλιχωρία
καλλίων
καλλιώνυμος
καλλονάριον
καλλονή
καλλοποιός
κάλλος
καλλοσύνα
καλλοσύνη
καλλόσυνος
καλλόφυλλος
κάλλυνθρον
Καλλυντήρια
καλλυντήριος
καλλυντής
κάλλυντρον
καλλύνω
κάλλυσμα
Καλλώ
κάλλωμα
Κάλλων
καλλωπίζω
καλλώπισμα
καλλωπισμός
καλλωπιστεία
καλλωπιστέος
καλλωπιστής
καλλωπιστικός
καλλωπίστρια
καλλωσόν
καλοαγόραστος
καλόβαθρον
καλοβάμων
καλοβασία
καλοβάστακτος
καλοβατέω
καλοβάτης
καλόβιος
καλοβουλία
καλογένειος
καλόγηρος
καλόγηρυς
καλόγηρως
καλόγλωσσος
καλογνώμων
καλοδιδάσκαλος
καλοειδής
καλοείμων
καλοέργαστος
…
Καλλώ
Save
Bailly 2024
Καλλώ,
οῦς
(
ἡ
) Kallô,
f.
Anth.
9, 605
.
Étym.
κάλλος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}