Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καλλονάριον
καλλονάριον, broom, besom
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καλλιτράπεζος
καλλίτριχον
καλλίτριχος
κάλλιφʼ
καλλιφεγγής
καλλίφθογγος
καλλίφλοξ
καλλιφυής
καλλίφυλλον
καλλίφυλλος
καλλιφύτευτος
καλλίφυτος
Καλλιφῶν
καλλιφωνέω
καλλιφωνία
καλλίφωνος
καλλίφως
καλλίχειρ
καλλιχέλωνος
κάλλιχθυς
καλλίχθυς
καλλίχοιρος
Καλλιχόρη
Καλλίχορον
καλλίχορος
Καλλίχορος
καλλίχροος
καλλιχωρία
καλλίων
καλλιώνυμος
καλλονάριον
καλλονή
καλλοποιός
κάλλος
καλλοσύνα
καλλοσύνη
καλλόσυνος
καλλόφυλλος
κάλλυνθρον
Καλλυντήρια
καλλυντήριος
καλλυντής
κάλλυντρον
καλλύνω
κάλλυσμα
Καλλώ
κάλλωμα
Κάλλων
καλλωπίζω
καλλώπισμα
καλλωπισμός
καλλωπιστεία
καλλωπιστέος
καλλωπιστής
καλλωπιστικός
καλλωπίστρια
καλλωσόν
καλοαγόραστος
καλόβαθρον
καλοβάμων
καλοβασία
…
καλλονάριον
Save
καλλονάριον, broom, besom
LSJ
καλλονάριον, τό,
broom, besom,
Gloss.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}