καλυβίτης
καλυβίτης, living in a hut
κᾰλῠβ-ίτης [ῑ], ου, ὁ,
- living in a hut, Str. 7.5.12.
καλυβίτης, ου (ὁ) [ᾰῠῑ] habitant d’une cabane, Str. 318.
Étym. καλύβη.
καλυβίτης, ὁ, der in einer Hütte wohnt, καὶ λυπρόβιοι Strab. VII.318 ; Eust.