About Report a problem

Menu

καλυκώδης

καλυκώδης, cup-shaped

κᾰλῠκ-ώδης, ες,
  • cup-shaped, ἄνθος Thphr. HP 3.5.6, 3.10.4.
    • II dub. sens., ἐνθάδε Κλειτόριος κεῖται δρῖλον καλυκῶδες κτλ. Raccolta Lumbroso 257 (iii B.C.).

Saved

Recent