Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καλυβός
καλυβός, chamber
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Καλουΐσιος
καλοΰφαντος
καλόφθαλμος
καλόφιλος
καλοφόρος
καλόφρων
καλόφυλλος
καλόψυχος
καλπάζω
καλπασμός
κάλπασος
κάλπη
Κάλπη
κάλπιον
καλπίον
Κάλπιος αὐχήν
κάλπις
κάλπος
Κάλπος
Καλπουρνία
Καλπουρνιανός
Καλπούρνιος
καλτίκιος
κάλτιος
καλυβεύς
καλύβη
καλύβιον
καλυβίτης
καλυβοποιέομαι
καλυβοποιΐα
καλυβός
κάλυβος
κάλυγες
Καλύδνα
Κάλυδνα
Καλύδναι
Καλυδναῖαι νῆσοι
Καλύδνιοι
Καλύδνος
καλύδριον
Καλυδών
Καλυδώνιος
Καλύκαδνος
καλυκάνθεμον
καλύκειος
καλύκη
Καλύκη
καλυκίζειν
καλυκίζω
καλύκιον
καλυκοστέφανος
καλυκώδης
καλυκῶπις
καλύκωσις
κάλυμμα
καλυμμάτιον
Κάλυμνα
Καλύμνιος
Κάλυνδα
Καλυνδεῖς
Καλυνδικός
…
καλυβός
Save
καλυβός, chamber
LSJ
κᾰλῠβός, ὁ,
= καλύβη,
chamber,
Epigr.Gr.
260 (Cyrene),
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}