καλυβοποιΐα
καλυβοποιΐα, making of cabins
κᾰλῠβο-ποιΐα, ἡ,
- making of cabins, Str. 15.2.13.
καλυβο·ποιΐα, ας (ἡ) [ᾰῠ] construction de cabane, Str. 726.
Étym. καλύβη, -ποιος de ποιέω.
καλυβοποιΐα, making of cabins