καλυκάνθεμον
κᾰλῠκ-άνθεμον, τό,
- = κλύμενον, Ps.-Dsc. 4.13; = περικλύμενον, ib. 14.
καλυκ·άνθεμον, ου (τὸ) [ᾰῠ] chèvrefeuille, plante, Diosc. 4, 14.
Étym. κάλυξ, ἄνθεμον.
καλυκάνθεμον, τό, eine Pflanze, Diosc.