καλότης
καλότης, beauty
κᾰλότης, ητος, ἡ,
- = κάλλος, beauty, a word formed by Chrysipp.Stoic. 3.60.
καλότης, ητος (ἡ) [ᾰ] beauté, Chrysipp. (Plut. M. 441b).
Étym. καλός.
καλότης, ητος, ἡ, = κάλλος, von Chrysippus gebildetes Wort, Plut. de virt. mor. 2.