καλόπους
καλόπους, shoemaker’s last
καλόπους2, [with beautiful feet]
κᾱλόπους, ὁ, v. καλάπους.
κᾰλό-πους, ὁ, ἡ, πουν, τό, gen. ποδος,
- with beautiful feet, Suid.: but
καλό·πους, gén. ποδος (ὁ) [ᾱ] forme en bois pour fabriquer des chaussures, Plat. Conv. 191a (var. καλάπους) ; Gal. 6, 37.
Étym. κᾶλον, πούς.
καλόπους, [κᾱ], ποδος, ὁ, Holzfuß, d.i. Schusterleisten, Plat. Symp. 191a οἱ σκυτοτόμοι περὶ τὸν καλόποδα (Bekk. καλάποδα) λεαίνοντες τὰς τῶν σκυτῶν ῥυτίδας ; Sp.
καλόπους ², schönfüßig, Hesych.