καλορρημοσύνη Save LSJ Pape κᾰλο-ρρημοσύνη, ἡ, = καλλιρρημοσύνη, Hsch. s.v. εὐηγορία. καλορρημοσύνη, ἡ, = καλλιρρημοσύνη, Hesych.