καλοπαίκτης
καλοπαίκτης, trapeze-artist
κᾰλοπαίκτης, ου, ὁ, (κάλως)
- trapeze-artist, PSI 8.953 (vi A.D.), prob. cj. for calopettas in GGM ii 519 (Arch.Lat.Lex. 13.552).