καλοπρόσωπος
καλοπρόσωπος, with fair face
κᾰλο-πρόσωπος, ον,
- with fair face, Sch.D Il. 1.310.
καλοπρόσωπος, mit schönem Antlitz, Schol. Il. 1.310.
καλοπρόσωπος, with fair face