καλοπόδιον
καλοπόδιον, lasts
κᾱλοπόδιον, τό,
- = καλάπους, Gal. 6.364 (v.l.), Suid.:—hence κᾱλοποδάριαι φόρμαι lasts, Edict.Diocl. 9.1.
καλοπόδιον, ου (τὸ) [ᾱ] dim. de καλόπους, Gal. 6, 364.
καλοπόδιον, [κᾱ], τό, dim. von καλόπους, VLL, v.l. καλαπόδιον.