Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κανδῆλα
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κάνασθον
κανάσσω
καναστραῖα
Καναστραῖος
κάναστρον
Κάναστρον
καναφόρος
καναχά
Καναχᾶς
καναχέω
καναχή
καναχηδά
καναχηδής
καναχηδόν
καναχήπους
καναχής
καναχίζω
καναχισμός
καναχός
Κανδαῖος
Κανδάκη
κανδαλιστής
κάνδαλοι
Κανδαουία
κάνδαρος
Κάνδασα
κανδαύλας
Κανδαύλης
κάνδαυλος
Κανδάων
κανδῆλα
κανδήλη
κανδηλοσβέστης
κανδηλοσβέστρια
κανδοφόρους
κανδύλη
κάνδυλος
κάνδυς
κανδυτάλη
κανδύταλις
κανδυτάναι
κανδύτανες
κάνδυτος
κάνειον
κάνεον
κάνη
Κάνη
Κάνηθος
κανῆν
κάνης
κανήτιον
κανητοποιός
κανηφορέω
κανηφορία
κανηφορικός
κανηφόρος
κανθάρεος
κανθάρεως
κανθάρεως ἄμπελος
κανθαρίζω
κανθάριον
…
κανδῆλα
Save
Bailly 2024
κανδῆλα,
ης
(
ἡ
) =
lat.
candela
, chandelle,
Ath.
701
b
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}