καράβιον Save LSJ Pape κᾱράβιον [ρᾰ], τό, Dim. of κάραβος III, Hsch. s.v. ἐφόλκια, Sch. E. Hec. 631. καράβιον, [κᾱ], τό, dim. von κάραβος 3, Schifflein, Hesych.