καταειμένος
καταειμένος, η, ον, pf. part. Pass.,
- 1 of καταέννυμι, Od. 13.351.
- 2 of καθίημι, hanging down over, A.R. 1.939, 3.830.
καταειμένος, καταείνυον, v. καταέννυμι.
καταειμένος : see καταέννῡμι.
καταειμένος, η, ον
part. perf. pass. of κατα-έννυμι