καταείδω Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape καταείδω, v. κατᾴδω. καταειδώς, v. κάτοιδα. κατ·αείδω, v. κατᾴδω. καταείδω zie κατᾴδω. καταείδω, ion. = κατᾴδω.