κατάπυγος
κατάπῡγ-ος, ον,
- = καταπύγων (q. v.), Hsch., Phot., prob. in Gerhard Phoinix p.7 (cf. p.153): Comp. -ότερος Sophr. 63: Sup. -ότατος Epigr.Gr. 1131.
κατά·πυγος, ος, ον [ῡ] seul. cp. -ότερος, Sophr. (Ath. 281e) c. καταπύγων.
κατάπυγος, [ῡ], = καταπύγων, VLL, erkl. κίναιδος, ἀσελγής ; sprichwortlich καταπυγοτέραν τʼ ἀλφηστᾶν Ath. VII.281e aus Sophron.