καταπωλέω
καταπωλέω, sell
καταπωλέω,
- sell, BGU 8 iii 13 (iii A. D.), PThead. 16.18 (iv A.D.).
κατα·πωλέω-ῶ, vendre, Clém. 274.
καταπωλέω, verlaufen, Clem.Al. u. a.Sp.
καταπωλέω, sell