καταπτακών Save Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape καταπτακών, v. καταπτήσσω. καταπτακών ptc. aor. act. van καταπτήσσω. καταπτακών, einzelner aor.2 zu καταπτήσσω, sich verbergend, Aesch. Eum. 246.