καταπυκάζω
καταπυκάζω, cover over
καταπῠκάζω,
- cover over, Hsch. s.v. κατερρινωμένον (Pass.): metaph., μύθοις τὴν ἱστορίαν Eust. 1379.12.
καταπυκάζω, dicht machen, bedecken, Hesych.; ἱστορίαν μύθοις, ausschmücken, Eust. 1379.12.