κατάπρωκτος
κατάπρωκτος, ον,
- = καταπύγων, dub. l. in Ar. Ec. 364.
κατά·πρωκτος, ος, ον, c. καταπύγων, Ar. Eccl. 364.
κατάπρωκτος, der sich mit dem Hintern abgibt, ἰατρός, im obszönen Sinne, = κατάπυγος, Ar. Eccl. 364.