καταπώγων
καταπώγων, with a long beard
καταπώγων, ον, gen. ωνος,
- with a long beard, D.S. 3.63, Str. 16.4.10.
κατα·πώγων, ωνος (ὁ, ἡ) à longue barbe, Str. 771 ; DS. 3, 62.
καταπώγων, ωνος, langbärtig ; Strab. XVI.771 ; DS. 3.62.