καταγλύφω
καταγλύφω, scoop out, groove
κατα-γλύφω [ῠ],
- scoop out, groove, pf. part. Pass. -γεγλυμμένος Hp. Mochl. 38.
- 2 carve, κυμάτια IG 11(2).199A 76 (Delos, iii B.C.); σπεῖραν Milet. 7.59.14.