καταγνυπόομαι
καταγνυπόομαι, to be weak
καταγνῡπόομαι, Pass.,
- to be weak, in pf. Pass. κατεγνυπῶσθαι, Hsch., EM 236.40; κατεγνυπωμένον cj. in Plu. Amat. 2.753c. Adv. κατεγνυπωμένως lazily, Men. 1020; cf. γνύπετος.