καταγλυφή
καταγλυφή, incision, groove
κατα-γλῠφή, ἡ, (γλύφω)
- incision, groove, Hp. Art. 72, Mochl. 38 (κατά-γλῠφος, ἡ, ibid., is doubtful).
- 2 carving, λίθων IG 4.1485.117 (pl., Epid.); γάστρων, σχοινίδος, Milet. 7.59.4 and 17.
κατα·γλυφή, ῆς (ἡ) [ῠ] incision, cavité taillée, Hpc. 834b.
Étym. κ. γλύφω.
καταγλυφή, ἡ, Einschnitt, Aushöhlung, Hippocr.