κατάγλισχρος
κατάγλισχρος, viscous
κατάγλισχρος, ον,
- viscous, Alex.Trall. 8.2.
κατά·γλισχρος, ος, ον, très gluant, A. Tr. 9, 157.
Étym. κ. γλίσχρος.
κατάγλισχρος, ganz klebrig, Medic.
κατάγλισχρος, viscous