Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καταδιόλλυμι
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κατάδημα
καταδημαγωγέω
καταδημηγορέω
καταδημιουργέω
καταδημοβορέω
καταδημοκοπέω
καταδηνύω
καταδῃόω
καταδηριάομαι
καταδήω
καταδιαίνω
καταδιαίρεσις
καταδιαιρέω
καταδιαιτάω
καταδιαλλάσσω
καταδιασπλεκόω
καταδιαφθείρω
καταδιαχέω
καταδιδάσκω
καταδίδημι
καταδιδράσκω
καταδίδωμι
καταδιήγησις
καταδιΐστημι
καταδικάζω
καταδικαστέον
καταδικαστής
καταδικαστικός
καταδίκη
κατάδικος
καταδιόλλυμι
καταδιφθερόω
καταδιφρεύω
καταδίχιον
καταδιψάω
καταδίψιον
κατάδιψος
καταδιωκτικός
καταδιώκω
καταδίωξις
καταδοκέω
καταδολεσχέω
καταδοξάζω
καταδορατίζω
κατάδοσις
καταδουλεύομαι
καταδουλίζομαι
καταδουλίζω
καταδουλισμός
κατάδουλος
καταδουλόω
καταδούλωσις
κατάδουπα
Κατάδουπα
καταδουπέω
Κατάδουποι
κατάδουπος
καταδοχή
καταδράθω
καταδραθῶ
καταδραμεῖν
…
καταδιόλλυμι
Save
Pape
καταδιόλλυμι
, [ῡ], (ὄλλυμι), verstärktes διόλλυμι, Sp.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}