About Report a problem

Menu

καταδιαίρεσις

καταδιαίρεσις, division

καταδιαίρ-εσις, εως, ἡ,
  • division, τοῦ κανόνος Phld. Mus. p.100 K.; τοῦ κλήρου PTeb. 376.27 (ii A.D.).

Saved

Recent