καταδουλεύομαι
καταδουλεύομαι, reduce to slavery
καταδουλ-εύομαι,
- reduce to slavery, Sm. Le. 27.17, f.l. in Eus.Mynd. Fr. 10 (v. καταδουλόω I.2).
κατα·δουλεύομαι, c. καταδουλόω, Symm. Lev. 27, 17.
καταδουλεύομαι, sich unterjochen, Euseb. Stob. fl. 6.15.