καταδημοβορέω
καταδημοβορέω, to consume publicly
καταδημο-βορέω,
- consume, λαοῖσι δότω -δημοβορῆσαι Il. 18.301.
κατα·δημοβορέω-ῶ, dévorer en commun parmi le peuple, Il. 18, 301.
Étym. κ. δημοβόρος.
καταδημοβορέω, im Volke verzehren, λαοῖσι δότω καταδημοβορῆσαι Il. 18.301.
καταδημοβορέω
[κατα-(5)+δημοβορ-, δημοβόρος.]
To consume as part of the common stock: λαοῖσι δότω καταδημοβορῆσαι Il. 18.301.
καταδημοβορέω (δημοβόρος): devour or consume in common, aor., Il. 18.301†.
καταδημοβορέω
fut. ήσω
δημοβόρος
- to consume publicly, Il.