Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κατάδουλος
κατάδουλος, slave
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καταδίδημι
καταδιδράσκω
καταδίδωμι
καταδιήγησις
καταδιΐστημι
καταδικάζω
καταδικαστέον
καταδικαστής
καταδικαστικός
καταδίκη
κατάδικος
καταδιόλλυμι
καταδιφθερόω
καταδιφρεύω
καταδίχιον
καταδιψάω
καταδίψιον
κατάδιψος
καταδιωκτικός
καταδιώκω
καταδίωξις
καταδοκέω
καταδολεσχέω
καταδοξάζω
καταδορατίζω
κατάδοσις
καταδουλεύομαι
καταδουλίζομαι
καταδουλίζω
καταδουλισμός
κατάδουλος
καταδουλόω
καταδούλωσις
κατάδουπα
Κατάδουπα
καταδουπέω
Κατάδουποι
κατάδουπος
καταδοχή
καταδράθω
καταδραθῶ
καταδραμεῖν
καταδράσσομαι
καταδράττομαι
καταδρέπω
καταδρομή
κατάδρομος
καταδροσίζω
κατάδρυμμα
κατάδρυμος
καταδρύπτω
καταδρυφάσσω
καταδυναστεία
καταδυναστεύω
καταδύνω
καταδύσεο
κατάδυσις
καταδυστής
καταδυσωπέω
κατάδυτος
καταδύω
…
κατάδουλος
Save
κατάδουλος, slave
LSJ
κατάδουλ-ος, ὁ,
slave,
κ. παῖς
PStrassb.
40.24 (vi A.D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}