κατακυλινδέω Save Bailly 2024 Pape κατα·κυλινδέω-ῶ [ῠ] faire rouler de haut en bas, Jos. B.J. 4, 1, 10 ; DC. 56, 14. κατακυλινδέω, = κατακυλίνδω, λίθους κατεκυλίνδουν DC. 56.14.