About Report a problem

Menu

κατάκτησις

κατάκτησις, acquisition

κατάκτησις, εως, ἡ,
  • acquisition, πραγμάτων, χώρας, γῆς, Plb. 4.77.2, Str. 8.3.33, Plu. Caes. 22; αὐτονομίας D.S. 17.74; δυνάμεως ῥητορικῆς Phld. Rh. 2.261 S.

Saved

Recent