κατάκτησις
κατάκτησις, acquisition
κατάκτησις, εως, ἡ,
- acquisition, πραγμάτων, χώρας, γῆς, Plb. 4.77.2, Str. 8.3.33, Plu. Caes. 22; αὐτονομίας D.S. 17.74; δυνάμεως ῥητορικῆς Phld. Rh. 2.261 S.
κατάκτησις, εως (ἡ) acquisition, conquête, Pol. 4, 77, 2, etc. ; Str. 357 ; Plut. Cæs. 22.
Étym. κατακτάομαι.
κατάκτησις, ἡ, das Erwerben, Erlangen ; πραγμάτων, der Herrschaft, Pol. 4.77.2 ; γῆς Plut. Caes. 22 ; a.Sp.