κατακτάμεν Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape κατακτάμεν and κατα-κτάμεναι, v. κατακτείνω. κατακτάμεν, κατακτάμεναι, κατακτάμενος, v. κατακτείνω. κατα-κτάμεν(αι) ep. inf. aor. van κατακτείνω, κατακτάμενος ptc. perf. pass. van κατακτείνω, κατακτάς ptc. aor. act. van κατακτείνω. κατακτάμεν, s. κατακτείνω.