κατακτεατίζομαι
κατακτεατίζομαι, get for oneself
κατακτεᾰτίζομαι, Ep. fut. -ίσσομαι, Med.,
- = κατακτάομαι, A.R. 3.136.
κατα·κτεατίζομαι [ᾰτι] (sbj. ao. 2 sg. poét. κατακτεατίσσῃ) se procurer, acquérir, A. Rh. 3, 136.
κατακτεατίζομαι, sich erwerben, aor. bei Ap.Rh. 3.136.