καταμβλυόω Save LSJ Bailly 2024 καταμβλ-υόω, = foreg., τὸ κατημβλυωμένον Diph. 18.7. κατ·αμβλυόω-ῶ, c. le préc. Diph. (Ath. 133b). Étym. κ. ἀμβλύς.