καταμβλύνω
καταμβλύνω, to blunt
καταμβλ-ύνω,
- blunt, dull, κατημβλύνθη κέντρον AP 5.219 (Agath.): metaph., παριεὶς καὶ καταμβλύνων κέαρ S. OT 688.
κατ·αμβλύνω [ῡ] (ao. pass. κατημβλύνθην) émousser, Anth. 5, 220 ; fig. Soph. O.R. 688.
καταμβλύνω
- to blunt, or dull, Soph.: aor1 pass. κατημβλύνθην Anth.