καταπεραίωσις
καταπεραίωσις, conclusion, close
καταπεραί-ωσις, εως, ἡ,
- conclusion, close, τῆς λέξεως εἰς τέλειον Eust. 81.5.
καταπεραίωσις, ἡ, das Endigen, das Ende, Eust. 81.5.