καταπεφρονηκότως
καταπεφρονηκότως, contemptuously
καταπεφρονηκότως, Adv. pf. part. Act. of καταφρονέω,
- contemptuously, D. 17.29, D.S. 14.17, etc.
- II Adv. pf. part. Pass. καταπεφρονημένως,
- despisedly, v.l. for -μένος in Sch. Luc. Ind. 10.
καταπεφρονηκότως, adv. avec mépris, Dém. 219, 25 ; DS. 14, 17, etc.
Étym. καταφρονέω.
καταπεφρονηκότως, adv. zum perf. act. von καταφρονέω, verächtlich ; Dem. 17.29 ; DS. 14.17 u. öfter.
καταπεφρονηκότως
part. perf. act. of καταφρονέω,
- contemptuously, Dem.