About Report a problem

Menu

καταπήγνυμι

καταπήγνυμι, to stick fast in the ground, plant firmly

καταπήγνῡμι and καταπηγνύω (Arist. Pol. 1324b20),
  • stick fast in something, plant firmly, ἔγχος μὲν κατέπηξεν ἐπὶ χθονί Il. 6.213; ἐν δὲ σκόλοπας κ. 7.441, cf. Hdt. 4.72, Ar. Av. 360, PPetr. 3 p.121 (iii B. C.), etc.; εἰς τὴν γῆν κ. τὸν καυλόν Arist. HA 555b20; τὸ κέντρον ἐπὶ δένδρον Philum. Ven. 37.1:—Pass., -πᾰγέντος σκόλοπος S.E. P. 1.238, cf. Thphr. HP 3.1.1.
      • 2 metaph., fix, crystallize, τὴν χύσιν τῆς ἀπειρίας τῷ περατοειδεῖ δεσμῷ Dam. Pr. 57.
    • II Pass., with pf. and plpf. Act., stand fast or firm in, ἰὸς ἐν γαίῃ κατέπηκτο Il. 11.378; ἱστὸς -πεπηγώς Hp. Art. 43; στήλη -πεπηγυῖα Hdt. 7.30.
      • 2 become congealed, freeze, Plb. 3.55.5; of fish, ὑπὸ τοῦ ψύχους κ. Arist. HA 601b31.

Saved

Recent