καταπεπυκασμένως
καταπεπυκασμένως, covertly, slily
καταπεπῠκασμένως, (πυκάζω)
- covertly, slily, f.l. in Poll. 4.51.
καταπεπυκασμένως, adv. zum part. perf. pass. von καταπυκάζω, kluger-, listigerweise, Poll. 4.51.