καταπεμπτέος
καταπεμπτέος, to be sent down
καταπεμπ-τέος, α, ον,
- to be sent down, Luc. DDeor. 8[5].4.
καταπεμπτέος, α, ον, vb. de καταπέμπω, Luc. D. deor. 5, 4.
καταπεμπτέος, α, ον
verb. adj. from καταπέμπω
- to be sent down, Luc.