καταράσιμος
καταράσιμος, accursed
καταρ-άσιμος [ᾱς], ον,
- accursed, Suid. s.v. ἀράσιμος.
καταράσιμος, [τᾱ], zu verfluchen, fluchwürdig, VLL zur Erkl. von ἀράσιμος.
καταράσιμος, accursed