κατατιτράω
κατατιτρ-άω, v. κατατετραίνω.
κατα·τιτράω-ῶ (pf. pass. κατατέτρημαι) trouer, percer, Plat. Tim. 70c ; Plut. M. 689c ; Gal. 13, 10.
κατατιτράω, (τιτράω), durchbohren, durchstoßen ; κατατετρημένας σήραγγας Plat. Tim. 70c ; Sp., wie Strab. XV.702, Plut.